Σάββατο, 21 Οκτωβρίου 2017

Τα τέσσερα πράγματα που σκοτίζουν την ψυχή – Μίσος, εξουδένωση, ζήλεια, γογγυσμός

Γέροντα Αιμιλιανού Σιμωνοπετρίτη
Ο άνθρωπος για να έχει πνευματική ζωή, να έχει το φως στη ζωή του, πρέπει να έχει τελεία επικοινωνία με το περιβάλλον του. Από τη στιγμή που δεν έχει αυτή την απλή, την φυσική, την άνετη εγκατάλειψη και παράδοση του εαυτού του στον άλλον, και επομένως την βίωση του άλλου ως οικείου μέλους, δεν μπορεί να έχει Θεόν. Γι’ αυτό σκοτίζεται η ψυχή, όταν κλονίζεται η σχέση της με τον Θεό.
Μίσος
Πως όμως κλονίζεται; Με το να μισεί τον πλησίον του. Το μισώ τον πλησίον έχει κατά κύριον λόγο ενεργητική έννοια και σημαίνει, κτυπώ, αρνούμαι, επιτίθεμαι εναντίον του άλλου. Εκφράζει την επιθετική διάθεση της ψυχής. Αντί να έχω φυσική σχέση με τον άλλον, να τον βάζω στην καρδιά μου, έχω το μίσος, που είναι μία έξοδος του άλλου από την καρδιά μου και από την ζωή μου.
Μίσος λοιπόν είναι να βλέπω ως έτερον τον άλλον, να τον πετάω έξω από την καρδιά μου, να μην το θεωρώ ως είναι μου. Αντί να δω ότι ο άλλος είμαι εγώ, βλέπω ότι είναι κάτι διαφορετικό. Αυτό μπορεί να είναι φυσικό για τους ανθρώπους του κόσμου, αλλά για μας, που είμαστε σώμα Χριστού, είναι αφύσικο. Το μίσος είναι εκ των μεγάλων αμαρτημάτων, διότι είναι απόρροια μεγάλης εμπαθείας και δείχνει ότι ο άνθρωπος δούλεψε πολλά χρόνια στην αμαρτία και τα πάθη, και έχει σκληρυνθεί τόσο πολύ η καρδιά του, ώστε κατά κάποιο τρόπο έγινε ανώμαλη και όχι μόνο δεν μπορεί να αγαπήσει, αλλά και μισεί. Χρειάζεται πολύ δάκρυ για να αποβάλλει κάποιος το μίσος. Δεν είναι υπόθεση μιας αποφάσεως απλώς ή αγώνος μιας μέρας. Όταν μισώ κάποιον, δεν μπορώ να πω, αποφασίζω να μην τον μισώ. Μπορώ να πω, αποφασίζω να μην τον χτυπήσω, να μην τον βλάψω, αλλά για να μην τον μισώ πλέον, χρειάζεται μια εσωτερική κάθαρσις. Το μίσος προς τον πλησίον φανερώνει μεγάλο βάθος πάθους, γι” αυτό και συσκοτίζει την ψυχή. Εξουδένωση Πως αλλιώς κλονίζεται η σχέση με τους άλλους;
Με την εξουδένωση.
Με το να ταπεινώνεις τον άλλον. Με το να τον κρίνεις. Όταν όμως κρίνω τον άλλον, τον βγάζω πάντοτε μικρό, μηδαμινό, τίποτα. Είναι τόσος ο εγωισμός του ανθρώπου, ώστε τίποτε δεν μπορεί να σταθεί ενώπιον της κρίσεώς του, ούτε ένας Θεός, πόσο μάλλον ένας άνθρωπος. Το να θεωρώ τον άλλον ως κατώτερο, περισσότερο όμως το να το εκφράζω, είναι κεφαλαιώδες αμάρτημα.
Ζήλεια
Άλλη μορφή σχέσεώς μας με τους ανθρώπους, η οποία διαταράσσει την ειρήνη και την ενότητα, είναι η ζήλεια με όλες τις έννοιες. Ζηλεύω κάποιον από αγάπη, τον θεωρώ δικό μου και ενώνομαι αναπόσπαστα μαζί του. Η ένωση αυτή δεν είναι εν τω σώματι του Χριστού, είναι μία υποβίβαση του σώματος του Χριστού σε ανθρώπινη σχέση. Είναι επίσης μία πλήρης μοιχική εσωτερική ενέργεια. Αν πάρουμε την ζήλεια με την έννοια ότι ζηλεύω αυτόν τον άνθρωπο και τον απωθώ, τότε η ζήλεια είναι έκφραση εσωτερικής αδυναμίας αλλά και ανώμαλης αγάπης. Δηλαδή τον αγαπώ κατά τρόπο εγωιστικό και αποκλειστικό, πιστεύω ότι έχω δικαιώματα στη ζωή του και ότι αυτός έχει υποχρεώσεις απέναντί μου, ότι πρέπει να μου δίνει λογαριασμό για το που πηγαίνει και τι κάνει. Η ζήλεια λοιπόν είναι διαταραχή των σχέσεών μας λόγω περισσής εσωτερικής ψυχικής ενέργειας.
Ζήλεια είναι κάθε στροφή προς τον άλλον, που ξεκινάει από κάτι υπερβολικό, από έναν ζήλο, από μία ζέση, από μία βράση. Επομένως ζήλος μπορεί να είναι το ενδιαφέρον μου, η αγάπη μου, η φροντίδα μου να τον σώσω, να τον βοηθήσω να βγει από την αμαρτία, να γίνει παιδί του Θεού. Αυτή η ζέσις είναι ένας αφύσικος εσωτερικός οργασμός, μία αφύσικη πνευματική συσσωμάτωση.
Γογγυσμός
Το αντίθετο της ζήλειας είναι ο γογγυσμός, ο οποίος επίσης προέρχεται από αδυναμία της ψυχής. Γογγύζω σημαίνει διαμαρτύρομαι, αρνούμαι, παραπονούμαι, είμαι στενοχωρημένος, δεν ικανοποιούμαι. Αυτόν τον γογγυσμό τον εκφράζω στο περιβάλλον μου, στα γραπτά μου, στην προσευχή μου. Ζητώ λόγου χάριν, κάτι από τον άλλον, ή προσδοκώ ή απαιτώ κάτι. Δεν μου το δίνει όμως, γιατί και αυτός είναι απορροφημένος από τον δικό του αγώνα και πόθο, από την δική του σκέψη, αμαρτία, χαρά, από τη δική του ακολασία, αγιότητα ή αρετή. Τότε πέφτω σε έναν γογγυσμό, διότι περιθωριοποιούμαι στην σκέψη του. Προσεύχεται αυτός, νομίζω ότι με αφήνει μοναχό μου. Ενδιαφέρεται για μένα, νομίζω ότι δεν το έκανε από αγάπη ή ότι το έκανε ελλιπές. Ο γογγυσμός είναι το ανικανοποίητο που νοιώθουμε στη ζωή μας και προέρχεται από ένα μειονεκτικό εγώ. Η ζήλεια προέρχεται από ένα εγώ υπερτροφικό, ενώ η εξουδένωση από ένα εγώ αυτοτρεφόμενο και αυτοδυναμούμενο άνευ Θεού, που βλέπει τον άλλον κατώτερο, μηδαμινό. Το μίσος είναι η διαφοροποίηση, η απώθηση του άλλου από την ύπαρξη μας.
*από το βιβλίο: «ΛΟΓΟΙ ΑΣΚΗΤΙΚΟΙ» ΕΡΜΗΝΕΙΑ ΣΤΟΝ ΑΒΒΑ ΗΣΑΪΑ ΣΙΜΩΝΟΠΕΤΡΙΤΗΣ ΑΡΧ. ΑΙΜΙΛΙΑΝΟΣ

Αν Σου ‘Πει Ο Άλλος, «Είσαι Εγωιστής»….

Πολλές φορές στεναχωριόμαστε και προβληματιζόμαστε επειδή κάποιος μας είπε κάτι για τον χαρακτήρα μας ή την προσωπικότητα μας, πότε όμως θα πρέπει να λαμβάνουμε στα σοβαρά τέτοιες κριτικές;
Αν σου ‘πει ο άλλος, «είσαι εγωιστής» , να μη σου βαρυφαίνεται, ούτε και να λυπάσαι.
Να ΄πεις με τον λογισμό σου, «μπορεί να είμαι και να μην το καταλαβαίνω»!
Εξ άλλου δεν μπορεί να εξαρτώμεθα από την γνώμη των άλλων.
Ο καθένας ας κοιτάζει τη συνείδησή του και τα λόγια των εμπείρων του γνωστικών του φίλων, προπάντων όμως ας ζητά τη γνώμη του Πνευματικού του.
Και με αυτά τα δεδομένα ας ρυθμίζει την πνευματική του πορεία. 
Αρχιμανδρίτης Γερμανός Ηγούμενος Μονής Μαυροβουνίου

Παρασκευή, 20 Οκτωβρίου 2017

Η δύναμη της προσευχής (Θαυμαστά περιστατικά)

~ Όταν προσευχόταν ο όσιος Ακάκιος ο Καυσοκαλυβίτης στεκόταν στην προσευχή ως στύλος ακλόνητος και καθήμενος δεν αισθανόταν καθόλου το σώμα του, σε κατάσταση ψηλή υπάρχων, πλήρης χάριτος και θείου Φωτός.
~ Στην «Μεταμόρφωση» της ιεράς Σκήτης αγίας Άννας έζησε ο ευλαβέστατος Μαυροβούνιος ιερομόναχος Μηνάς. Το ημερονύκτιο έκαμε από 1000 έως 3000 γονυκλισίες και 50 έως 100 κομβοσχοίνια. Από την πολλή προσευχή δεν άδειαζε να μιλήσει. Η προσευχή για αυτόν ήταν η ένωση του ανθρώπου με τον Θεό, αλλά είχε και πρακτική ωφέλεια. Τον σκέπασε από την πολυλογία και την κατάκριση.
~ Ένας ασκητής έστελνε τον υποτακτικό του να πουλήσει το εργόχειρο του στις Καρυές. Εκεί ο υποτακτικό του άκουσε στο Πρωτάτο ωραιότατες ψαλμωδίες, μουσική κ.λ.π. Μια μέρα λέει στον γεροντά του. Γέροντα έχω ένα λογισμό.
Εμείς εδώ πέρα στην έρημο δεν κάνουμε τίποτα. Να δεις πως εκεί υμνούν τον Θεό. Ψαλμωδίες, πράγματα, χορωδίες. Εμείς εδώ μόνο κομποσχοίνι, μόνο ΚΥΡΙΕ ΙΗΣΟΥ ΧΡΙΣΤΕ… Τον παίρνει ο Γέροντας τότε μια άλλη μέρα και του λέει.
Ας, πάμε παιδί μου να δούμε τι κάνουν αυτοί οι πατέρες. Να κάνουμε κι εμείς το δικό τους τυπικό. Και όταν πήγαν σκύβει στο αυτί του, μέσα στην εκκλησία και του λέει ψιθυριστά. Πράγματι τέκνο, εδώ δοξάζουν τον Θεό. Δεν πρόλαβε να τελείωση και πιάνει δυνατός σεισμός. Σείστηκαν τα σύμπαντα.
Τότε αμέσως οι ψάλτες άφησαν τα μουσικά βιβλία και τα «τεριρέμ» και άρχισαν να τραβούν κομποσχοίνι, φωνάζοντας «ΚΥΡΙΕ ΙΗΣΟΥ ΧΡΙΣΤΕ ΥΙΕ ΤΟΥ ΘΕΟΥ ΕΛΕΗΣΟΝ ΗΜΑΣ»!!!! Γέροντα πάμε να φύγουμε, πάμε στη δουλεία μας, στην ησυχία μας, στο καλύβι μας. Αυτό που κάνουμε εμείς, είναι ανώτερο από τα ψαλτικά. Διαπίστωσαν πράγματι, ότι καλύτερη προσευχή είναι η προσευχή με το κομποσχοίνι.
~ Σαράντα χρόνια στην έρημο, όλες τις ακολουθίες τις έκαμα με κομποσχοίνι, διηγείται ο γέρων Χρυσόστομος ο ερημίτης. Την Μ. Τεσσαρακοστή προσπαθούσαμε να έχουμε τον νου μας πάνω στον Εσταυρωμένο. Αλλά πόσο γρήγορα η προσευχή φεύγει. Βία χρειάζεται.
~ Ο γέρων Δανιήλ στην Νέα Σκήτη έζησε 115 χρόνια. Είχε οξυτάτη όραση. Όταν έκανε κομποσχοίνι πήγαινε ο διάβολος με την μορφή τσακαλιού και του τραβούσε το κομποσχοίνι. Εκείνος, όμως συνέχιζε τον αγώνα του.
~ Είπε γέρων. Όπως τα καράβια που κινδυνεύουν εκπέμπουν σήμα κινδύνου συνεχώς, έτσι πρέπει να λέει και ο άνθρωπος συνεχώς την ευχή. Κύριε Ιησού Χριστέ Ελεησον με.
~ Φημολογείται το ακόλουθο γεγονός. Όταν κάποτε ήλθε στο Όρος ο νεοφανείς άγιος Νεκτάριος Πενταπόλεως επισκέφτηκε στην σκήτη της αγίας Άννας σπουδαίο πνευματικό, θεωρητικό και πρακτικό δάσκαλο την νοεράς προσευχής γέροντα, μετά του οποίου συζητούσαν στην καλύβα του και προσευχήθηκαν επί τρία ημερονύκτια!!! Αδιαλείπτως.
~ Ο ερημίτης π. Χρυσόστομος μας διηγείται. Υπήρχε ένας γεροντάκος, στα καυσοκαλύβια. Είχε αγγελική φωνή. Λέγεται πως όταν έψαλλε το «Άξιον εστί» άνοιγε τα χέρια του διάπλατα από την μεγάλη αγαλλίαση της καρδιά του και φημολογείται ότι κουνιόντουσαν τα καντήλια. Μια φορά κατέβαινα προς την Αγια Άννα και άκουσα να ψέλνει. Έλεγα, μα τι φωνή είναι αυτή; Άγγελος ψάλει;

Τι Έχεις, Γιατί Κλαις Έτσι;….Έπεσα, Κύριε!

Όλη η Ορθοδοξία και το νόημά της περιέχονται στο παρακάτω κείμενο από το Γεροντικό.
Ένας αδελφός έκανε συνεχώς αυτή την προσευχή στο Θεό:
– Κύριε, δεν έχω φόβο Θεού!
Στείλε μου λοιπόν κεραυνό ή καμιάν άλλη τιμωρία ή αρρώστια ή δαιμόνιο, μήπως κι έτσι έρθει σε φόβο η πωρωμένη μου ψυχή….
Άλλοτε πάλι παρακαλούσε κι έλεγε:
– Ξέρω πώς έχω πολύ αμαρτήσει ενώπιόν Σου, Δέσποτα, και πώς είναι αναρίθμητα τα σφάλματά μου. Γι αυτό και δεν τολμώ να Σου ζητήσω να με συγχωρέσεις. Αν όμως είναι δυνατόν, συγχώρεσέ με για την ευσπλαχνία Σου.
Αν πάλι είναι αδύνατον, τουλάχιστον τιμώρησέ με στη ζωή αυτή και μη με κολάσεις στην άλλη. Κι αν είναι και τούτο ακόμη αδύνατον, στείλε μου εδώ ένα μέρος της τιμωρίας και αλάφρωσέ μου εκεί την κόλαση. Άρχισε μόνο από τώρα να με τιμωρείς. Αλλά τιμώρησέ με σπλαχνικά, όχι με την οργή Σου, Δέσποτα.
Έτσι λοιπόν μετανοούσε έναν ολόκληρο χρόνο κι αυτά έλεγε με δάκρυα ικετευτικά, ολόθερμα και ολόψυχα, λιώνοντας και τσακίζοντας σώμα και ψυχή με νηστεία και αγρυπνία και άλλες κακουχίες.
Μια μέρα καθώς καθόταν καταγής, όπως συνήθιζε, θρηνώντας και φωνάζοντας σπαραχτικά, από την πολλή του λύπη, νύσταξε κι αποκοιμήθηκε.
Και να! Παρουσιάζεται μπροστά του ο Χριστός και του λέει με φωνή γεμάτη ιλαρότητα:
– Τι έχεις, άνθρωπέ μου; Γιατί κλαίς έτσι;
Ο αδελφός Τον αναγνώρισε και αποκρίθηκε έντρομος:
– Γιατί έπεσα, Κύριε!
– Έ, σήκω!
– Δεν μπορώ, Δέσποτα, αν δεν μου δώσεις το χέρι Σου!
Τότε Εκείνος άπλωσε το χέρι Του, έπιασε τον αδελφό και τον σήκωσε.
Μα κι όταν αυτός σηκώθηκε, συνέχισε να θρηνεί.
– Γιατί κλαις, άνθρωπέ μου; Γιατί είσαι λυπημένος; του ξαναλέει ο Κύριος με απαλή και ιλαρή πάλι φωνή.
– Δεν θέλεις, Κύριε, να κλαίω και να λυπάμαι, απάντησε ο αδελφός, πού τόσο πολύ Σε πίκρανα, αν και απόλαυσα τόσα αγαθά από Σένα;
Εκείνος άπλωσε ξανά το χέρι Του, τ΄ ακούμπησε στο κεφάλι του αδελφού και του είπε:
– Μη λυπάσαι πια. Γιατί αν έδωσα το αίμα μου για σένα, πολύ περισσότερο θα δώσω συγχώρηση και σε σένα και σε κάθε άλλη ψυχή που γνήσια μετανοεί.
Μόλις συνήλθε ο αδελφός από την οπτασία, ένιωσε την καρδιά του γεμάτη χαρά. Έτσι πληροφορήθηκε πώς ο Θεός τον ελέησε. Κι από τότε ζούσε με πολλή ταπείνωση, ευχαριστώντας Τον.
Από το Γεροντικό 

Πέμπτη, 19 Οκτωβρίου 2017

Τα είδη του πολέμου των λογισμών

Οι Άγιοι Πατέρες είπαν για τον νοητό πόλεμο ότι το πρώτο στάδιο είναι η προσβολή του λογισμού, κατόπιν ο συνδυασμός, μετά η συγκατάθεση, ύστερα η αιχμαλωσία και τέλος το πάθος.
Η προσβολή, έγραψαν οι Πατέρες, Ιωάννης της Κλίμακος, Φιλόθεος Σιναΐτης και πολλοί άλλοι, είναι έ­νας απλός λογισμός η παρουσία στον νου μιας εντυπώσεως, η οποία εισέρχεται στην καρδιά και εκδηλώνεται στον νου. Γρηγόριος ο Σιναΐτης λέγει ότι η προσβολή εί­ναι μία ενθύμηση, την οποία κάνει ο εχθρός λέγοντας: «Κάνε αυτό ή εκείνο», όπως ακριβώς εμφανίσθηκε στον Κύριο και τον προέτρεπε: «Ειπέ ίνα οι λίθοι ούτοι άρτοι γένωνται» (Ματθ. 4, 3), και γενικά οποιαδήποτε σκέψη που γίνεται στον ανθρώπινο νου από τον διάβολο. 
Γι’ αυ­τό οι Άγιοι Πατέρες λέγουν αυτό το είδος πολέμου δεν συνιστά αμαρτία για τον άνθρωπο, διότι είναι μία νοερά προσβολή του εχθρού της σωτηρίας μας, η οποία, όπως λέγει ο άγιος Συμεών ο Νέος Θεολόγος, δεν προέρχεται από εμάς και συνεπώς δεν μας μεγαλύνει ούτε μας ταλαιπωρεί. Μ’ αυτό τον τρόπο προσέβαλε ο διάβολος τους πρωτοπλάστους και εξεδίωξε εκ του παραδείσου και του Θεού, λόγω της παραβάσεως της εντολής Του, ώστε να μπορεί κατόπιν να προσβάλει κάθε άνθρωπο με τους κα­κούς λογισμούς. Μόνον οι τέλειοι μπορούν να μένουν ακλόνητοι, παρότι και αυτοί μερικές φορές προσβάλλον­ται, όπως λέγει ο άγιος Ισαάκ ο Σύρος.
Ο συνδυασμός, λέγουν οι Πατέρες είναι η εμπαθής ή απαθής συνομιλία με τον λογισμό που εμφανίζεται, όπως την δέχεται ο νους από τον νοητό εχθρό, δηλαδή η συζήτηση και εκούσια απασχόληση με αυτόν. Αυτή η εκδήλωση του λογισμού δεν είναι τελείως αναμάρτητος και είναι αξιέπαινος αυτός που θα διορθώσει τον κακό λογι­σμό με την βοήθεια του Θεού. Έτσι λοιπόν, εάν δεν αποκρούσει αμέσως την προσβολή του λογισμού που κάνει ο διάβολος στον άνθρωπο και θελήσει λίγο να ομιλήσει μ’ αυτόν, ο διάβολος αναγκάζει την σκέψη του να προχωρήσει προς την αμαρτία. Πρέπει λοιπόν να αγωνιζόμαστε να επανέλθει ο νους μας προς το καλλίτερο, και πως πρέπει να επιστρέψουμε τον νου μας προς τους καλούς λογι­σμούς, θα το φανερώσουμε παρακάτω με την βοήθεια του Θεού.
Η συγκατάθεση, είπαν οι Πατέρες, είναι η κάμψη της ψυχής, λόγω ηδονής, στον εμφανισθέντα λογισμό ή στην μορφή που σχηματίσθηκε στον νου. Αυτό συμβαίνει εάν δεχθούμε την φαντασία ή την πονηρά ενθύμηση του εχθρού και λίγο-λίγο υποχωρήσουμε στις προτροπές του. Αυτό, είπαν οι Πατέρες, συμβαίνει σ’ αυτούς που δεν ασκούνται στην πνευματική εργασία. Συνεπώς λοιπόν, εάν δεν μάθει κάποιος την άσκηση της εργασίας των αρετών και ενώ έλαβε πλήρως από τον Θεό την βοήθεια για την αποδίωξη των κακών λογισμών, ζει με ακηδία και δεν αγωνίζεται, δεν είναι απαλλαγμένος της αμαρτίας, λόγω της αδιαφορίας του στην απόκρουση των κακών και πονηρών λογισμών. Και εάν θα είναι κάποιος από τους αδόκιμους και αρχαρίους μοναχούς και αδύνατος στην εκδίωξη των λυσσαλέων επιθέσεων του πονηρού, αμέσως να τρέχει κράζοντας προς τον Κύριο, με ταπείνωση και εξουθένωση του εαυτού του, να τον βοηθήσει, όπως είναι γραμμένο: «Εξομολογείσθε τω Κυρίω και επικαλείσθε το όνομα το άγιον αυτού» (Ψαλμ. 84, 1). Και ο Θεός κατά το μέγα έλεός Του θα τον συγχωρήσει για την αδυναμία του αυτή. Αυ­τά είπαν οι Πατέρες γι’ αυτούς που είναι στον πνευματικό αυτό πόλεμο και νικήθηκαν όχι με την θέλησή τους αλλά λόγω της ισχυρής προσβολής του λογισμού. Όμως ο νους να ανδρειώνεται για να μην κάνει την ανομία με την πράξη, όπως λέγει ο Γρηγόριος ο Σιναΐτης.
Η αιχμαλωσία είναι η υποχώρηση στο πάθος. Γι’ αυ­τήν είπε ο ανωτέρω άγιος Γρηγόριος: Όποιος δέχεται με την θέλησή του τις πονηρές προτροπές του νοητού εχθρού, συζητά και συγκαταβαίνει σ’ αυτές, νικήθηκε πλέον, δεν αντιδρά στην αμαρτία και επιθυμεί να την πράξει ακόμη και όταν δεν είναι βολικό με το έργο, επειδή ίσως δεν είναι ο κατάλληλος καιρός ή ο τόπος ή εμποδίζει κάποια άλλη δυσκολία. Αυτή η εκούσια προσχώρηση στο κακό είναι πολύ εφάμαρτη και χωρίς αμφιβολία τιμωρείται.
Η υποδούλωση η αναγκαστική και ακούσια της καρδιάς ροπή, καταστρέφει την προσωπική μας φρόνηση και το αυτεξούσιο, επειδή ενώθηκε με αυτήν (καρδιά) ο εμπαθής λογισμός. Έτσι λοιπόν, εάν θα υποδουλωθεί η καρδιά από τον κακό λογισμό και σύρεται με βία χωρίς να μπορεί να αντιδράσει, θα μπορέσει μόνο με την βοήθεια του Θεού να επιστρέψει στην πρώτη της κατάστασή. Και εάν κυβερνάται σαν από θύελλα και κύματα από τους πονηρούς λογισμούς χάνοντας την ελευθερία της και μην μπορώντας να επανέλθει στην ψυχική της αρμονία και ει­ρήνη, αυτό οφείλεται στην εσωτερική ταραχή που δημιουργείται από την υπερβολική και ακράτητη είσοδο των πονηρών λογισμών. 
Έτσι επέρχεται μία σύγχυση με­ταξύ των αμαρτωλών σκέψεων και της ψυχικής αρμο­νίας της ψυχής. Η σύγχυση αυτή με άλλο τρόπο κρίνεται, όταν συμβαίνει στον καιρό της προσευχής, και με άλ­λο τρόπο όταν γίνεται σε άλλη στιγμή. Άλλο το είδος των λογισμών όταν είναι συνηθισμένο και άλλο όταν έρ­χεται έξωθεν από τους κακούς λογισμούς. Έτσι λοιπόν, είναι πιο εφάμαρτο εάν αιχμαλωτισθεί ο νους από τους κακούς λογισμούς στην ώρα της προσευχής διότι εκείνη την στιγμή ο νους πρέπει να κατευθύνεται προς τον Θεό και να προσέχει στην προσευχή, προφυλασσόμενος από οποιαδήποτε ξένη σκέψη. Εάν δεν γίνεται στην ώρα της προσευχής και οι λογισμοί εισέλθουν, λόγω διαφόρων πειρασμών της ζωής, αυτό δεν είναι αμαρτία, διότι και οι άγιοι ασχολούντο με συστηματικό πρόγραμμα με τα χρει­ώδη της ζωής. Πάντως πρέπει πάντοτε να προφυλαγόμαστε  από τους κακούς λογισμούς.
Ενώ το πάθος, λέγουν οι Πατέρες είναι αυτό το οποίο για πολύ χρόνο φωλιάζει στην ψυχή και την ταράζει πάντοτε με τους εμπαθείς λογισμούς που σπείρει ο νοη­τός εχθρός μας. Και από την συχνή και αλλεπάλληλη υποχώρηση στο κακό, γιγαντώνεται και γίνεται συνήθεια η αμαρτία, που ενισχύεται ακόμη από την φαντασία και επανάληψη του κακού.
Αυτό συμβαίνει, διότι ο διάβολος παρουσιάζει ενώπιον του ανθρώπου κάθε είδους εμπαθή έργα και του ανάβει την φλόγα για ν’ απολαύσει αυτά. Περισσότερο όμως οφείλεται αυτό, όταν ο ίδιος ο άνθρωπος συνομιλεί με τον λογισμό του και από απροσεξία συγκατατίθεται σ’ αυτόν ή με τη θέλησή του σκέπτεται το πα­ράνομο έργο, αφού πλέον δεν έχει τον φόβο των αιωνίων βασάνων και αδιαφορεί για την μετάνοια· δηλαδή δεν του φαίνεται κακό και δεν προσεύχεται για να λυτρωθεί από το πάθος. 
Όταν ένας κολάζεται στα αιώνια βάσανα του Άδου δεν σημαίνει ότι κολάσθηκε επειδή πολεμήθηκε από κάποιο πάθος αλλά από αμετανοησία, διότι εάν συνέβαινε αυτό δεν θα υπήρχε για κανέναν συγχώρηση, έως ότου φθάσουν στην τελεία απάθεια, όπως λέγει ο Πέτρος ο Δα­μασκηνός. Διότι είπαν οι Πατέρες ότι, αυτοί που κυριεύθηκαν από πάθη, πρέπει να τα καταπολεμήσουν κατόπιν με πολλή άσκηση.
Επί παραδείγματι, εάν κάποιος υπετάγει στο πάθος της πορνείας πρέπει να απομακρυνθεί ολοκληρωτικά με εκείνο το πρόσωπο που αμάρτησε και από κάθε σχέση και συνομιλία μαζί του, από την ψαύση ενδυμάτων του και από τα διεγερτικά μυρωδικά του. Διότι εάν δεν φυλάξει εκείνος τον εαυτό του από όλα αυτά, επαναλαμβάνει το πάθος και πορνεύει με τον λογισμό στην καρδιά του, ανάβοντας μόνος του την κάμινο των παθών του και επιτρέποντας να μπαίνουν μέσα του, σαν ένα θηρίο, όλοι οι κακοί λογισμοί.
Αγ. Νείλος του Σόρσκυ

Τετάρτη, 18 Οκτωβρίου 2017

ΚΥΡΙΑΚΗ Α´ ΛΟΥΚΑ: Ο Χριστός παρακολουθεί τον αγώνα μας και επεμβαίνει

«Ἐπιστάτα, δι’ ὅλης τῆς νυκτός κοπιά­σαντες οὐδέν ἐπιάσαμεν».
Ἕνα περιστατικό ἀπό τή ζωή τῶν ἀπο­στόλων, τοῦ Πέτρου καί τοῦ Ἀνδρέου, τοῦ Ἰακώβου καί τοῦ Ἰωάννου, τῶν υἱῶν τοῦ Ζεβεδαίου, ἀφηγεῖται ὁ ἱερός εὐαγγε­λ­ιστής Λου­κᾶς στή σημερινή εὐαγγελική πε­ρικοπή. Ἕνα περιστατικό ἀπό τή ζωή τους ὡς ἁλιέων, πού ξεφεύγει ἀπό τά ὅρια τοῦ συνηθισμένου καί εἰσέρχεται στόν χῶ­ρο τοῦ θαύματος, τό ὁποῖο ἀποδεικνύει τή θεία προέλευση τοῦ Ἰησοῦ.
Μία ὁλόκληρη νύκτα κοπίαζαν μέ τά πλοῖα τους στή λίμνη τῆς Γεννησαρέτ οἱ τέσσερις ἁλιεῖς προσπαθώντας νά πιάσουν μερικά ψάρια. Ὅμως ὁ κόπος τους ἀπο­δεί­χθηκε μάταιος, καί ταλαιπωρημένοι ἐπέ­στρε­ψαν τό πρωί στήν παραλία. Κατέ­βη­καν ἀπό τά πλοῖα τους καί ἀπογοητευ­μένοι ἄρχισαν νά τακτοποιοῦν τά δίχτυα τους. Ἐκεῖ τούς συνάντησε ὁ Ἰησοῦς, τόν ὁποῖο δέν γνώριζαν καί πολύ καλά, γιατί πρόσφατα εἶχε ἀρχί­σει νά ἐμφανίζεται δη­μόσια καί νά κηρύσσει, πού τούς ζήτησε κάτι πολύ παράξενο. Τούς ζήτησε νά ρί­ξουν ξανά τά δίχτυα τους στή θάλασσα.
Ἀναμφίβολα ἡ προτροπή του θά ἤχησε περίεργα στά αὐτιά τους· ἕνας ξένος τούς ζητᾶ νά ὑποβληθοῦν καί πάλι στήν ἴδια τα­λαιπωρία μέ αὐτήν πού μόλις εἶχε τε­λειώσει, καί μάλιστα ἐντελῶς ἄσκοπα, ἐφό­σον αὐτήν τήν πρωινή ὥρα ἦταν βέ­βαιο ὅτι κάθε προσπά­θεια θά ἀπέβαινε ἄκαρπη. Γι’ αὐτό καί ἡ ἀντίδραση τοῦ Πέ­τρου εἶναι ἀπόλυτα δικαιολο­γη­μένη.  «Ἐπι­στάτα, δι’ ὅλης τῆς νυκτός κοπιάσα­ν­τες οὐδέν ἐπιάσαμεν». Κύριε, ὁλόκλη­ρη τή νύκτα, πού οἱ συνθῆκες ἦταν κατάλ­λη­λες, κουραστήκαμε νά προσπαθοῦμε καί δέν πιάσαμε οὔτε ἕνα ψάρι καί τώρα ἐσύ πού δέν εἶσαι ψαράς μᾶς λές νά ξαναπρο­σπα­θή­σου­με;
«Ἐπιστάτα, δι’ ὅλης τῆς νυκτός κοπιά­σαντες οὐδέν ἐπιάσαμεν». Πόσο συνηθι­σμέ­νη μᾶς φαίνεται ἡ ἀντίρρηση τοῦ Πέ­τρου. Πόσες φορές δέν βρισκόμαστε καί ἐμεῖς σέ ἀνάλογη θέση μέ αὐτή στήν ὁ­ποία βρέθηκε ὁ ἁλιέας ἀπόστολος. Προ­σπα­θοῦμε, κοπιά­ζου­με, ἀγωνιζόμαστε ἀλ­λά δέν κατορθώνουμε τίποτε, ὄχι μόνο στίς καθημερινές μας προσπάθειες γιά τά ὑλικά καί τά ἐπίγεια θέματα, ἀλλά καί στά πνευματικά θέματα. Ἀγωνιζόμαστε, μο­χθοῦ­με, δοκιμάζουμε μερικές φορές πολ­λούς τρόπους καί ποικίλες μεθόδους, ἀλ­λά δέν βλέπουμε στόν ἑαυτό μας καμία πρό­οδο, καμία βελτίωση. Βλέπουμε πώς ἀπέχουμε ἀπό τόν στόχο μας, διαπιστώ­νου­με ὅτι δέν μποροῦμε νά νικήσουμε τίς ἀδυναμίες καί τά πάθη μας, παρατηροῦμε ὅτι δέν ἀποκτοῦμε καμία ἀρετή παρότι κάνουμε στή ζωή μας ὅ,τι εἶναι δυνατό. Καί τότε ἀπο­γοητευόμαστε καί ἐπιθυμοῦ­με καί ἐμεῖς νά σταματήσουμε τήν προ­σπά­­θεια καί τόν ἀγώνα, σάν τόν ἀπόστολο Πέτρο, πού τόν εἴδαμε νά μαζεύει τά δί­χτυα του. Καί ἴσως ἀπευθυνόμαστε καί ἐμεῖς στόν Χριστό νοερά καί ἐπαναλαμ­βά­νου­με τά λόγια τοῦ μαθητοῦ του. «Ἐπι­στά­τα, δι’ ὅλης τῆς νυκτός κοπιά­σαντες οὐδέν ἐπιάσαμεν». Ἔκανα τόσες προσπά­θειες, ἀγωνίστηκα, νήστευσα, προ­σευχή­θη­κα γιά νά γίνω σωστός μαθητής σου, συνεπές μέλος τῆς Ἐκκλησίας σου, ἀλλά δέν κατόρθωσα τίποτε. Μάταιος ὁ κόπος μου. Κουράστηκα, Κύριε.
Ἀνθρώπινη ἀδυναμία εἶναι, ἀδελφοί μου, ἡ ἀπογοήτευση, καί γι’ αὐτό ὁ Χρι­στός οὔτε τήν κατακρίνει οὔτε τήν κατα­δικάζει. Καί εἶναι φυσικό νά ἀπογοητευό­μαστε πολλές φορές ἀπό τά πενιχρά ἤ ἀνύπαρκτα ἀποτελέσματα πού ἔχει ὁ πνευ­ματικός μας ἀγώνας.  Μέχρις ἐδῶ ὅμως. Αὐτό πού δέν θά πρέπει νά κάνουμε ποτέ εἶναι νά ἐγκαταλείπουμε τήν προ­σπά­θεια. Γιατί ἄν ἡ ἀπογοήτευση εἶναι στοι­χεῖο τῆς ἀνθρώπινης φύσεως, ἡ ὑπέρ­βασή της καί ἡ ὑπακοή στόν Χριστό εἶναι τό στοιχεῖο ἐκεῖνο πού μᾶς ἀνοίγει τήν ὁδό τῆς σωτηρίας μας, τήν ὁδό πού μᾶς ὁδηγεῖ στόν οὐρανό.
Καί ὁ Χριστός ἀρέσκεται, ἀδελφοί μου, σ’ αὐτές τίς ὑπερβάσεις. Ἄν ἔλεγε στόν Πέτρο ρίξε ἀπό τή δεξιά πλευρά τοῦ πλοί­ου τά δίχτυα σου καί θά πιάσεις ψάρια, ἐνῶ ὁ Πέτρος εἶχε ψαρέσει ἀρκετά ψάρια ὅλη τή νύκτα, ἡ παρέμβαση τοῦ Ἰησοῦ δέν θά εἶχε καμιά ἀξία. Τώρα ὅμως πού ὁ Πέ­τρος ἀποφασίζει νά ὑπακούσει στήν πα­ράξενη ἐντολή ἑνός ἀνθρώπου ἡ ὑπακοή του καί ἡ ἐπιμονή του ἐπιβραβεύονται· καί ταυτόχρονα ἀποδεικνύ­εται ποιός εἶ­ναι αὐτός πού ἔχει τόση δύναμη, ὥστε νά ἀποδεικνύεται ἐφικτό ὅ,τι λέει.
Τὀ ἴδιο συμβαίνει καί μέ μᾶς· ἄν οἱ καρ­ποί τῶν ἀγώνων καί τῶν προσπαθειῶν μας εὐοδωνόταν, τότε θά ἐμπιστευόμα­σταν σέ ἀπόλυτο βαθμό τόν ἑαυτό μας καί δέν θά δίναμε στόν Χριστό τήν ἀπαραί­τη­τη σημασία γιά τήν πνευματική μας πρόο­δο. Ὁ Χριστός ἀναμφίβολα δέν μᾶς ἀφή­νει μόνους στήν προσπάθειά μας. Παρα­κο­λουθεῖ τόν ἀγώνα μας καί ἐπεμβαίνει, ὅταν νομίζει ὅτι εἶναι ἀνάγκη. Ἀρκεῖ ἐ­μεῖς, ἀδελφοί μου, νά εἴμαστε ἕτοιμοι γιά νά ξεκινήσουμε ἀπό τήν ἀρχή τήν προσ­πάθειά μας. Ἀρκεῖ νά εἴμαστε ἕτοιμοι νά ἐπαναλάβουμε ὅπως καί ὁ Πέτρος. «Ναί, Κύριε, κουράστηκα ἀπό τόν ἀγώνα μου, ἀλλά ἀφοῦ τό λές ἐσύ, θά ξανα­προσπαθήσω. Ἐπί τῷ ρήματί σου χαλάσω τό δίκτυον».
Καί τότε νά εἴμαστε βέβαιοι ὅτι ὁ Θεός θά ἀνταμείψει τήν τόλμη μας, ἀλλά καί τήν ἐμπιστοσύνη μας σέ Ἐκεῖνον καί θά μᾶς εὐλογήσει ὥστε ἀποδώσουν οἱ κόπ­οι καί οἱ προσπάθειές μας πολλούς καρπούς.
Μητροπολίτης Βεροίας κ. Παντελεήμων

Το πνευματικό αλφάβητο μιλά για την υπερηφάνεια!

Θυμήσου ότι από μόνη την υπερηφάνεια ένας άγγελος έπεσε από τον ουρανό. Και από άγγελος έγινε διάβολος.
Μην είσαι κι εσύ υπερήφανος και υψηλόφρων, για να μη γίνεις όμοιος με τους δαίμονες. Να είσαι ταπεινός και πράος, και θα γίνεις όμοιος με τους αγγέλους. Τότε θα ευλογηθείς από τον Κύριο: «Σε ποιον να κοιτάξω, παρά στον ταπεινό και ήσυχο και που τρέμει τα λόγια μου;» (Ησ. 66:2)
Δεν υπάρχει τίποτε πιο βδελυκτό στον Θεό, αλλά και στους ανθρώπους, από την υπερηφάνεια και την οίηση. Και δεν υπάρχει τίποτε πιο προσφιλές και ευχάριστο από την πραότητα και την ταπεινοφροσύνη.
Η υπερηφάνεια είναι θυγατέρα της αλογίας, της αγνωσίας και της πνευματικής τυφλώσεως. Ενώ από την αληθινή γνώση προέρχεται η ταπείνωση. Αν γνώριζες πραγματικά τον εαυτό σου, δεν θα ήσουν υπερήφανος. Η έλλειψη της αυτογνωσίας σε οδηγεί στην υπερηφάνεια. Συνειδητοποίησε τουλάχιστον ότι «Ο Κύριος αντιτάσσεται στους υπερήφανους, ενώ στους ταπεινούς δίνει τη χάρη Του» (Παροιμ. 3:34). Από τον ταπεινό ο Κύριος και το πιο ασήμαντο δώρο το δέχεται, από τον υπερήφανο και το πιο μεγάλο το αποστρέφεται. Πιο αρεστός είναι στον Θεό ο ταπεινός αμαρτωλός από τον υπερήφανο δίκαιο. «Είναι ακάθαρτος για τον Θεό κάθε υψηλόφρων» (Παροιμ. 16:5).
Μέσα στη ροή της ανθρώπινης ιστορίας, πάντοτε ο Κύριος αποστράφηκε τους υπερήφανους και δέχθηκε τους ταπεινούς. «Καθαίρεσε άρχοντες από τους θρόνους τους και ανύψωσε ταπεινούς· ανθρώπους που πεινούσαν τους γέμισε με αγαθά και πλούσιους τους έδιωξε με άδεια χέρια» (Λουκ. 1:52-53). Αποστράφηκε τους σοφούς φιλοσόφους και τους υψηλόφρονες Φαρισαίους και επέλεξε για διαδόχους Του τους άσημους και αγράμματους ψαράδες. Αποστράφηκε τους πλούσιους και ευγενείς άρχοντες και διάλεξε για επίγειους γονείς Του τον φτωχό μαραγκό Ιωσήφ και την ταπεινή Μαριάμ. Ας μην υπερηφανεύεται λοιπόν κανείς για τους επιφανείς προγόνους του. Ένα κοινό πρόγονο έχουμε όλοι, τον παραβάτη και εξόριστο Αδάμ. Η κληρονομιά όλων μας είναι χώμα και λάσπη. Από τη γη πλασθήκαμε και στη γη θα επανέλθουμε.
Αν έχεις κάποιο ανώτερο αξίωμα, μην υψηλοφρονείς και μην εξουθενώνεις τους υφισταμένους σου. Ο ανώτερος απ’ όλους τους ανθρώπους και όλη την κτίση, ο δημιουργός σου και δημιουργός του παντός Κύριος, σου έδωσε το παράδειγμα της ταπεινώσεως. Πήρε δούλου μορφή και «ταπεινώθηκε θεληματικά υπακούοντας μέχρι θανάτου, και μάλιστα θανάτου σταυρικού» (Φιλιπ. 2:8). Όλα τα αξιώματα και όλα τα επίγεια αγαθά θα μείνουν εδώ, κι εσύ θα πας εκεί που αυτά δεν θα έχουν καμιάν αξία, αλλά ο καθένας θα αμειφθεί από τον Κύριο κατά τα έργα του. Γι’ αυτό «όσο πιο μεγάλος είσαι, τόσο να ταπεινώνεσαι, και μπροστά στον Κύριο θα βρεις χάρη» (Σοφ. Σειράχ 3:18).
«Οι υπερήφανοι παρανομούσαν πάρα πολύ, εγώ όμως δεν ξέφυγα από τον νόμο σου» (Ψαλμ. 118:51). Ο υπερήφανος δεν ακολουθεί ποτέ την ευθεία οδό του Κυρίου, αλλά τη δαιμονική οδό της παρανομίας. Τίποτε άλλο δεν απομακρύνει τόσο από τον Θεό, όσο ή υπερηφάνεια και ο εγωισμός. Πίσω από κάθε πτώση βρίσκεται κρυμμένη η υπερηφάνεια. Και πίσω από τα πνευματικά αγαθά, που συνάζεις με τόσο κόπο, πάλι η ίδια είναι κρυμμένη, για να σου τα σκορπίσει. Κάνεις ελεημοσύνες, και υπερηφανεύεσαι για τη φιλάνθρωπη καρδιά σου. Συγκρατείς τον θυμό σου, και υπερηφανεύεσαι για την αοργησία σου. Νηστεύεις και αγρυπνείς, και υπερηφανεύεσαι για τον ασκητικό ζήλο σου. Έτσι όμως αποβαίνουν μάταια όλα τα έργα και όλοι οι κόποι σου, όπως μάταια ήταν και για τον Φαρισαίο τα καλά του έργα, που του τα σκόρπισε η υπερηφάνεια.
Όσες αρετές κατόρθωσες χωρίς τον νου, αυτές μόνο είναι δικές σου, αφού ο νους σου είναι δώρο του Θεού. Όσα σπουδαία πράγματα κατασκεύασες χωρίς τη χρήση των μελών του σώματός σου, αυτά μόνο οφείλονται σε σένα, αφού το σώμα σου είναι δημιούργημα του Θεού. Όσα κατορθώματα πέτυχες πριν γεννηθείς, γι’ αυτά μόνο σου ανήκει έπαινος, αφού τα μετά τη γέννησή σου, καθώς επίσης και αυτή τη γέννηση, σου τα χάρισε ο Θεός. Λοιπόν, τι έχεις δικό σου για να υπερηφανεύεσαι;
Η υπερηφάνεια είναι ένα πολυκέφαλο τέρας, που κλείνει στα σπλάχνα του όλα τα πάθη και όλες τις κακίες. Αυτή γεννά τον θυμό, την κατάκριση, τον φθόνο, τη μνησικακία, την υποκρισία, την ασπλαχνία, τη βλασφημία, την εξουδένωση του πλησίον, την ισχυρογνωμοσύνη, την προπέτεια, την απείθεια στον νόμο του Θεού. Στο τέλος μάλιστα οδηγεί στην πλήρη απιστία, στην αποστασία, στη συμμαχία με τους δαίμονες και στην παραφροσύνη.
Θέλεις με ειλικρίνεια να νικήσεις την υπερηφάνεια, που μόνη αυτή φτάνει για να χάσεις τη βασιλεία των ουρανών; Να τι πρέπει να κάνεις:
Ν’ αγαπήσεις τη σιωπή.
Να ζεις στην αφάνεια, αποκρύπτοντας από τους ανθρώπους τα καλά έργα και τους πνευματικούς κόπους σου.
Να σηκώνεις αγόγγυστα τους ελέγχους, τις ατιμίες, τις λοιδορίες και την περιφρόνηση των ανθρώπων, καθώς και τα παιδαγωγικά ραπίσματα του Θεού.
Να θυμάσαι τα πολλά σου αμαρτήματα και να συντρίβεσαι γι’ αυτά.
Να μελετάς και να θαυμάζεις τα υπερφυσικά κατορθώματα των αγίων του Θεού.
Να καλλιεργείς την εσωτερική αυτομεμψία.
Ν’ αποφεύγεις τους επαίνους σαν τη φωτιά.
Τέλος, να κρατάς πάντοτε στον νου σου τη μνήμη του φοβερού δικαστηρίου του Κυρίου, εκεί που όλοι οι υπερήφανοι θα ταπεινωθούν οριστικά.
Αγίου Δημητρίου του Ροστώφ

Δευτέρα, 16 Οκτωβρίου 2017

Τα χέρια του Ιερέα στη ζωή μας!

Αρχιμ. Καλλίνικος Μαυρολέων
Όταν έμπαινε στο Ναό της Ιερουσαλήμ η Παναγία μας, κρατώντας στην αγκαλιά της βρέφος 40 ημερών τον Ιησού, μαζί με τις άλλες μητέρες που έρχονταν εκεί για να καθαριστούν μετά τον τοκετό και να παρουσιάσουν τα πρωτότοκά τους παιδιά, κανένας δεν μπορούσε να διακρίνει κάτι το ξεχωριστό σ’ αυτό το παιδί! Μόνο ένας, ο πρεσβύτης Συμεών, ειδοποιημένος από το Άγιο Πνεύμα, έτρεξε να υποδεχτεί Εκείνον πουτόσα χρόνια περίμενε πρώτα να δει με τα σωματικά του μάτια κι έπειτα να πεθάνει…
Η πολυπόθητη στιγμή είχε φτάσει! Πήρε στα χέρια του το βρέφος, τον Ιησού, και ζήτησε από το Θεό τώρα πια να πεθάνει, αφού είδαν τα μάτια του το σωτήρα όλου του κόσμου, το Χριστό!
Κι αυτή η συγκλονιστική στιγμή ζωντανεύει στο διάβα των αιώνων κάθε φορά που ένα αντρόγυνο φέρνει στο Ναό το νεογέννητο παιδί της, για να “σαραντίσει” όπως λέμε, για να διαβάσει, δηλαδή, ο ιερέας ειδικές ευχές στη μητέρα του παιδιού και να πιάσει στα χέρια του, όπως και τότε ο Πρεσβύτης Συμεών, το μικρό παιδί… Στα χέρια του Ιερέα! Αλήθεια, έχετε ποτέ αναρωτηθεί πόσο μεγάλη σχέση έχει η ζωή μας με τα χέρια του ιερέα; 
Η πρώτη έξοδος του νεογέννητου παιδιού από το σπίτι του γίνεται την ημέρα του σαραντισμού. Το παιδί μας κάνει την πρώτη επίσκεψή του στο σπίτι του Ουράνιου Πατέρα Του! Εκεί θα το πρωτοπιάσει ο ιερέας στα χέρια του και θα το οδηγήσει στον πρώτο του εκκλησιασμό. Θα το βάλει μπροστά στις εικόνες του τέμπλου, μετά μέσα στο Ιερό Βήμα, αν είναι αγόρι. Θα εκφωνήσει τα λόγια του Συμεών “Νυν απολύεις με Δέσποτα” και θα το παραδώσει στη μητέρα του.  
Αργότερα, πάλι θα φέρει η μητέρα το παιδί στο Ναό. Τώρα για τη βάφτισή του, τη δεύτερη γέννα του από την κολυμβήθρα, την κοιλιά της άλλης Μάνας, της Εκκλησίας! Πάλι θα πιάσει στα χέρια του το παιδί ο ιερέας, να το αλείψει με λάδι αρχικά, να το βαπτίσει στο νερό, να το ντύσει, να το κουρέψει, να το χρίσει, τέλος, με το άγιο Χρίσμα, δίνοντάς του τα χαρίσματα του Αγίου Πνεύματος, αναδεικνύοντάς το γνήσιο παιδί της Εκκλησίας.  
Στη συνέχεια, όχι μόνο τρεις φορές, όπως πολύ λανθασμένα πιστεύουν και κάνουν μερικοί, αλλά πολλές φορές, πάλι έχοντας στο χέρι του τη λαβίδα θα του μεταδίδει τη θεϊκή τροφή… Το Σώμα και το Αίμα του Χριστού κι όχι το μελάκι ή το χρυσό δοντάκι, όπως πάλι εντελώς ανόητα λένε κάποιοι στα παιδιά, αλλά τον ίδιο το Χριστό, ολοζώντανο, θα βάζει με το τίμιο χέρι του ο ιερέας στο στόμα του παιδιού, για να συγχωρούνται οι αμαρτίες του και να ζει αιώνια! Γιατί τέτοια είναι αυτή η ζωή, η νέα ζωή που πήρε με το βάπτισμα, αιώνια! Χωρίς τέλος, χωρίς ημερομηνία λήξεως!  
Κι όσο θα μεγαλώνει θα το μάθει ο νονός ή η νονά του, ότι όταν θα λερώσει με τις αμαρτίες, τις κακίες, τις ζήλειες, τα ψέματα, τις κλεψιές, της ψυχής το λευκό φόρεμα, που απέκτησε με τη Βάπτισή του, τότε πάλι θα τρέξει στον ιερέα! Για να του ομολογήσει τα σφάλματά του, με ειλικρίνεια και μετάνοια πραγματική, για ν’απλώσει πάλι κι εκείνος μετά με το χέρι του το πετραχήλι πάνω του, να του διαβάσει τη συγχωρητική ευχή, να τον σκεπάσει ολόκληρο η Χάρη του Θεού!  
Όταν έρθει η ευλογημένη ώρα του γάμου, πάλι ο ιερέας θα πιάσει τα χέρια των νέων πια κι ώριμων παιδιών μας, θα τα ευλογήσει εξ ονόματος του ίδιου του Χριστού, Εκείνου που φέρνει τον ένα στον άλλο κοντά και ενώνει τα διαιρεμένα και θα τα ενώσει σφιχτά, τόσο σφιχτά, ώστε κανένας να μην μπορεί να μπει ανάμεσά τους, κανένας να μην μπορεί να χωρίσει αυτό το αντρόγυνο. Με τα χέρια του πάλι θα στεφανώσει το γαμπρό και τη νύφη, για τον αγώνα που έκαναν να φθάσουν αγνοί μέχρι το γάμο, θα τους δώσει αργότερα να πιουν κρασί από το κοινό ποτήρι, με τα χέρια του ύστερα θα τους σύρει στο χορό του Ησαΐα, στο χορό της γαμήλιας χαράς!
Και λίγο πριν τελειώσει το μυστήριο του γάμου, πάλι με τα χέρια του θ’αναλάβει τα στέφανά τους και θα χωρίσει τα χέρια τους, βάζοντας ανάμεσά τους το Ευαγγέλιο, δείχνοντάς τους ταυτογχρόνως, ότι μόνο αν ο Χριστός παραμένει ανάμεσά τους κι αγωνιστούν για να εφαρμόζουν όλες τις ημέρες της ζωής τους το λόγο Του, θ’ αξιωθούν να πάρουν και τα στεφάνια του Παραδείσου, τη μεγάλη κείνη ημέρα και την επιφανή!  
Κι αν το παιδί μας δεν πάρει το δρόμο του γάμου κι αποφασίσει να αφιερωθεί “ψυχή τε και σώματι” στο Θεό, τότε πάλι στα χέρια του Ιερέα θα δώσει τρεις φορές το ψαλίδι για τον κείρει μοναχό! Τα χέρια του ιερέα θα τον ντύσουν τα μοναχικά ενδύματα! Κι αν προχωρήσει και στην ιεροσύνη, τα χέρια του Αρχιερέα τώρα θα του μεταδώσουν τη Χάρη του Παναγίου Πνεύματος, που θεραπεύει τα ασθενή και τα ελλείποντα αναπληρώνει! Θα τον ντύσουν τα ιερατικά άμφια, θα του παραδώσουν στα δικά του χέρια την “καλήν παρακαταθήκην”, το Σώμα του Χριστού, που θα του ζητήσει ο ίδιος ο Χριστός την ημέρα της δευτέρας Παρουσίας Του!  
Τέλος, όταν θα έρθει η ώρα να κλείσουμε κι εμείς τα μάτια μας εδώ στη γη και να τ’ανοίξουμε στην άλλη ζωή, στην ποθεινή μας πατρίδα, πάλι ο ιερέας θα πάρει με τα χέρια του το χώμα να ραντίσει το άψυχο πια σώμα μας, λέγοντας τα λόγια του ίδιου του Θεού “γη ει και εις γην απελεύση”, χώμα είσαι δηλαδή και πάλι στο χώμα γυρνάς, θα ρίξει πάνω μας το λάδι η το κρασί και θα βάλει στο στόμα μας έναν κέρινο μικρό σταυρό, για να βρεθεί στα χείλη μας η καλή απολογία όταν θα συναντήσουμε τον Κύριό μας Ιησού Χριστό…  
Πόσο μεγάλη στ’ αλήθεια σημασία δεν έχουν για τη ζωή μας, και την εδώ και την πέρα του τάφου, τα χέρια του Ιερέα! Γι’αυτό να τα φιλούμε ευλαβικά! Να τα ασπαζόμαστε αναλογιζόμενοι κάθε φορά τα πάρα πολλά που χρωστούμε σ’αυτά τα χέρια!  
Και να προσευχόμαστε για τους ιερείς μας και για τους αρχιερείς μας αδελφοί! Όπως κι εκείνοι υψώνουν νύχτα και ημέρα τα χέρια τους στις δικές τους προσευχές και μεταφέρουν τις προσευχές μας στο Θεό, τα αιτήματά μας, τα βάσανά μας, τα προβλήματά μας, το καθετί που μας απασχολεί, έτσι κι εμείς να μην ξεχνάμε να ζητάμε γι’αυτούς το φωτισμό, τη δύναμη, τη χάρη, την προστασία του Θεού… Γιατί μεγάλο έργο και βαρύ αναλογεί στον καθένα τους!  
Κι ακόμη, να προσευχόμαστε ν’ αναδεικνύει κι άλλους εργάτες στον αμπελώνα Του ο Κύριός μας, γιατί ο θερισμός είναι πολύς και οι εργάτες ολίγοι! Γιατί οι χώρες είναι έτοιμες για θερισμό, γιατί διψάνε οι ψυχές των ανθρώπων για Χριστό, γιατί κι άλλα πρόβατα έχει, που δεν έχουν ακόμη ποιμένα, γιατί είναι έτοιμο το δείπνο Του στη Βασιλεία των ουρανών και πρέπει να γεμίσουν όλες οι θέσεις! 

Γιατί δέν μπορῶ νά προσευχηθῶ καλά;

Ἡ ψυχρότητα στὴν προσευχὴ ὀφείλεται εἴτε σὲ ψυχικὴ κόπωση εἴτε σὲ πνευματικὸ κορεσμὸ εἴτε σὲ σωματικὲς ἀπολαύσεις καὶ ἀναπαύσεις εἴτε σὲ πάθη, ποὺ κυριεύουν τὴν ψυχή, προπαντὸς στὴν ἔπαρση. Ὅλα αὐτὰ εἶναι ἐνάντια στὴν πνευματικὴ ζωή, μέσα στὴν ὁποία κεντρικὴ θέση κατέχει ἡ προσευχή. Ἔτσι, πρῶτα καὶ κύρια προκαλοῦν τὸ στέρεμα τῆς πηγῆς τῆς προσευχῆς μέσα μας.
Αὐτό, ὅμως, μπορεῖ νὰ oφείλεται καὶ σὲ ἀπομάκρυνση τῆς χάριτος, ποὺ συμβαίνει μὲ θεία παραχώρηση. Καὶ νὰ γιατί:
Ὅταν ἡ ψυχὴ μᾶς φλέγεται ἀπὸ τὸν πόθο τοῦ Θεοῦ καὶ ἀπὸ τὴν καρδιὰ μᾶς ξεχύνεται ὁλοθερμὴ προσευχή, δὲν ἔχουμε παρὰ ἐλεητικὴ ἐπίσκεψη τῆς χάριτος. Ἐμεῖς ὅμως, ὅταν ἡ εὐλογημένη αὐτὴ κατάσταση παρατείνεται γιὰ πολύ, νομίζουμε ὅτι κατορθώσαμε κάτι σπουδαῖο μὲ τὸ δικό μας ἀγώνα καὶ κυριευόμαστε ἀπὸ τὴν κενοδοξία. Γιὰ λόγους παιδαγωγικούς, λοιπόν, ἀπομακρύνεται ἡ χάρη καὶ μένει ἡ ψυχὴ μᾶς μόνη της, γυμνὴ καὶ ἀδύναμη, ἀνίκανη νὰ ζήσει πνευματικά, ψυχρὴ καὶ ἀπρόθυμη νὰ...προσευχηθεῖ…
Τί θὰ κάνουμε, λοιπόν, γιὰ νὰ ξεφύγουμε ἀπ’ αὐτὴ τὴν κατάσταση; Πρῶτα-πρῶτα θὰ φροντίσουμε νὰ ἐξουδετερώσουμε τὶς αἰτίες της. Καὶ ὕστερα, παρ’ ὅλη τὴν ψυχρότητα τῆς ψυχῆς μας, θὰ κάνουμε μὲ ἐπιμονὴ καὶ ὑπομονὴ τὸν καθημερινὸ προσευχητικὸ κανόνα μας, προσπαθώντας ἀφ’ ἑνὸς νὰ συγκεντρώνουμε τὸ νοῦ μας στὰ λόγια τῶν εὐχῶν καὶ ἀφετέρου νὰ ξεσηκώνουμε μέσα στὴν καρδιὰ μᾶς αἰσθήματα φιλόθεα. Μὲ τὸν καιρὸ ὁ Θεός, βλέποντας τὴν ταπείνωση καὶ τὴν καρτερία μας, θὰ μᾶς ξαναστείλει τὴ χάρη Του, ποὺ θὰ διώξει τὸ πνεῦμα τῆς ψυχρότητος, ὅπως ὁ ἄνεμος διώχνει τὴν ὁμίχλη.

Κυριακή, 15 Οκτωβρίου 2017

Ο χαρακτήρας του μη κατ' επίγνωση ζηλωτού

Ο μη κατ' επίγνωσιν ζηλωτής κέκτηται μεν ζήλον αλλ' ου κατ' επίγνωσιν, πλανάται εν ταις σκέψεσι και ενεργείας αυτού και εργαζόμενος δήθεν υπέρ της δόξης του Θεού παραβαίνει τον νόμον της προς τον πλησίον αγάπης. 
Ο μη κατ' επίγνωσιν ζηλωτής εν τη ζέσει του ζήλου αυτού πράττει τα ενάντια, προς τάς διατάξεις του Θειου νόμου και προς το Θείον θέλημα. 
Ο μη κατ' επίγνωσιν ζηλωτής διαπράττει το κακόν, όπως επέλθη το υπ' αυτού νοούμενον αγαθόν. 
Ο ζήλος του μη κατ' επίγνωσιν ζηλωτού είναι πυρ διαφθείρον, πυρ καταναλίσκον· η καταστροφή προπορεύεται αυτού και η ερήμωσις έπεται αυτώ. 
Ο μη κατ' επίγνωσιν ζηλωτής εύχεται τω Θεώ να ρίψη πυρ εξ ουρανού και να κατακαύση πάντας τους μη δεχόμενους τας αρχάς και πεποιθήσεις αυτού. 
Τον μη κατ' επίγνωσιν ζηλωτήν χαρακτηρίζει μίσος προς τους ετεροθρήσκους ή ετεροδόξους, ο φθόνος και ο επίμονος θυμός, η εμπαθής αντίσταση προς το αληθές πνεύμα του θείου νόμου, η παράλογος επίμονη εν τη υπερασπίσει των ιδίων φρονημάτων, ο παράφορος ζήλος προς κατίσχυσιν εν πασίν, η φιλοδοξία, η φιλονικία, η έρις, και το φιλοτάραχον. 
Ο μη κατ' επίγνωσιν ζηλωτής είναι, άνθρωπος ολέθριος.
Πηγή: Αγ. Νεκταρίου, "το Γνώθι σαυτόν", σ. 179

Τα τέσσερα πράγματα που σκοτίζουν την ψυχή – Μίσος, εξουδένωση, ζήλεια, γογγυσμός

Γέροντα Αιμιλιανού Σιμωνοπετρίτη Ο άνθρωπος για να έχει πνευματική ζωή, να έχει το φως στη ζωή του, πρέπει να έχει τελεία επικοινωνία με...